"Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι,κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά" Οδυσσέας Ελύτης
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ- Β΄ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ- Β΄ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015
Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014
Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014
ΑΡΧΑΙΑ Β' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ - ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ 3ΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ
κόσμημα το [kózmima] : 1. μικρών διαστάσεων αντικείμενο επεξεργασμένο με τέχνη και φαντασία, συνήθ. από πολύτιμο μέταλλο και πολύτιμους ή ημιπολύτιμους λίθους, το οποίο φοριέται για στόλισμα, κυρίως από γυναίκες, στο λαιμό, στα χέρια, στα αυτιά κτλ., ως περιδέραιο, βραχιόλι, δαχτυλίδι, σκουλαρίκι κτλ.: Είναι ένα ~ μεγάλης αξίας. Tης έκλεψαν όλα τα κοσμήματα. Δε φοράει ποτέ κοσμήματα. Έβαλε ενέχυρο τα κοσμήματα της μητέρας της. Ψεύτικα κοσμήματα, τα φο μπιζού. 2. (μτφ.) ως χαρακτηρισμός: α. κάθε αντικειμένου, του οποίου η κομψότη τα, η χάρη και η λεπτή εργασία θυμίζουν κόσμημα: Tο καινούριο θέατρο είναι ένα ~ για την πόλη μας. β. ανθρώπου αξιόλογου, ξεχωριστού, για τον οποίο μπορεί κανείς να είναι υπερήφανος· καμάρι: Aυτή είναι το ~ του χωριού μας. 3. γενική ονομασία διακοσμητικών μοτίβων στην αρχιτεκτονική, τυπογραφία κτλ.
Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014
Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




