Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

ΑΡΧΑΙΑ Α΄ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ 4ΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ



 αντιφωνώ [andifonó] Ρ10.9α : κάνω αντιφώνηση.
[λόγ. < αρχ. ἀντιφωνῶ `ηχώ, μιλώ σε απάντηση΄]

φώνημα το [fónima] Ο49 : (γλωσσ.) η στοιχειώδης φωνητική μονάδα μιας γλώσσας που έχει διακριτική λειτουργία:Kάθε λέξη αποτελείται από ένα ή περισσότερα φωνήματα και γράφεται με ένα ή περισσότερα γράμματα.
[λόγ. < γαλλ. phonème & γερμ. Ρhonem < λατ. phonema `φωνή, λόγια΄ < αρχ. φώνημα `ανθρώπινος ήχος, εκφώνηση΄]


  φωνητικός -ή -ό [fonitikós] Ε1 : I. που αναφέρεται στη φωνή, που γίνεται με τη φωνή: Φωνητική μουσική / άσκηση. Φωνητικές χορδές, που παράγουν τους ήχους της φωνής. || Tα φωνητικά μέρη ενός μουσικού κομματιού, και ως ουσ. τα φωνητικά, το τμήμα που τραγουδιέται. II. (γλωσσ.) που αφορά τη φωνητική, που ανήκει ή που βασίζεται σε αυτήν: Φωνητι κή γραφή / μεταγραφή / ορθογραφία. Διεθνές φωνητικό αλφάβητο. Φωνητικοί νόμοι. φωνητικά ΕΠIΡΡ.

φωνήεν το [foníen] Ο γεν. φωνήεντος, πληθ. φωνήεντα, γεν. φωνηέντων : (γραμμ.) φθόγγος που, κατά την άρθρωσή του, η αναπνοή βγαίνει σχετικά ανεμπόδιστα, που μπορεί να εκφωνηθεί μόνος του και να αποτελέσει συλλαβή: Mακρά / βραχέα / δίχρονα φωνήεντα. || γράμμα το οποίο συμβολίζει φωνήεν: Tα φωνήεντα της ελληνικής γλώσσας είναι εφτά και τα σύμφωνα δεκαεφτά.
[λόγ. εν. < αρχ. τά φωνήεντα ουσιαστικοπ. ουδ. πληθ. του επιθ. φωνήεις `που διαθέτει ομιλία΄]

φωνασκώ [fonaskó] Ρ10.9α (μόνο στο ενεστ. θ.) : (λόγ.) μιλώ, συζητώ με ενοχλητικά δυνατή φωνή:Διαπληκτίζονται και φωνασκούν.
[λόγ. < αρχ. φωνασκῶ `ασκούμαι στην απαγγελία΄]

φωνασκία η [fonaskía] Ο25 : (λόγ.) θόρυβος από δυνατές, ενοχλητικές φωνές ή ομιλίες: Ύβρεις και φωνασκίες.
[λόγ. < αρχ. φωνασκία `εξάσκηση στη (δυνατή) απαγγελία΄]

ευφωνία η [efonía] Ο25 : (γραμμ.) το ευχάριστο ακουστικό αίσθημα που προέρχεται από την αρμονική αλληλουχία των φθόγγων ανάμεσα στις συλλαβές μιας λέξης ή ανάμεσα στις λέξεις μιας φράσης, η αποφυγή χασμωδίας. ANT κακοφωνία. (λόγ. έκφρ.) χάριν ευφωνίας, για ευφωνία: Στη λέξη “αγέρας” έχει αναπτυχθεί ανάμεσα στα[a] και [e] ένα [j] χάριν ευφωνίας. 
[λόγ. < ελνστ. εὐφωνία `αρμονικός λόγος΄, αρχ. σημ.: `καλή ποιότητα φωνής΄ σημδ. γαλλ. euphonie (στη νέα σημ.) < υστλατ. euphonia `γλυκύτητα προφοράς΄ < ελνστ. εὐφωνία]Αρχή φόρμας

αναφωνώ [anafonó] Ρ10.9α : φωνάζω δυνατά και αιφνιδιαστικά (από έκπληξη, φόβο, ενθουσιασμό κτλ.).
[λόγ. < ελνστ. ἀναφωνῶ]
διαφωνώ [δiafonó] Ρ10.9α : έχω διαφορετική γνώμη, άποψη από αυτή που υποστηρίζει κάποιος ή κάποιοι άλλοι. ANT συμφωνώ1α: ~ απόλυτα με όσα είπες. Tα μέλη της επιτροπής διαφώνησαν σε πολλά θέματα. Δεν του ανέθεσα την αρχιτεκτονική μελέτη, γιατί διαφωνήσαμε στην τιμή. Δε ~ καθόλου, συμφωνώ απόλυτα. Επιτρέψτε μου / επιτρέψετέ μου να διαφωνήσω / λυπάμαι που θα διαφωνήσω, ευγενικός τρόπος για να διατυπώσει κάποιος τη διαφωνία του.
[λόγ. < αρχ. διαφωνῶ]

διαφωνία η [δiafonía] Ο25 : 1. η διαφορά απόψεων που υπάρχει για ένα συγκεκριμένο ζήτημα, ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα άτομα. ANT συμφωνία1: Yπάρχουν σοβαρές διαφωνίες ως προς την εισοδηματική πολιτική. Διατύπωσε δημόσια τη ~ του και παραιτήθηκε. ~ ανακριτή και εισαγγελέα για το θέμα της προφυλάκισης του κατηγορουμένου. Δεν έχω καμιά ~ σε όσα λες, συμφωνώ απόλυτα. || η αντίθεση ή η διένεξη που προκαλεί η ύπαρξη διαφορετικών απόψεων: Έχουν συνεχώς διαφωνίες (μεταξύ τους). 2α.(μουσ.) στην αρχαία ελληνική μουσική, η συνήχηση δύο φθόγγων που παράγει ένα δυσάρεστο ηχητικό αποτέλεσμα. ANT συμφωνία13. β. (τεχν.) η εμφάνιση του σήματος ενός τηλεπικοινωνιακού κυκλώματος και σε άλλα γειτονικά, με αποτέλεσμα την κακή λειτουργία του κυκλώματος.
[λόγ. < αρχ. διαφωνία]

συμφωνία 1 η [simfonía] Ο25 : 1α.κατάσταση που είναι αποτέλεσμα της ταυτότητας απόψεων και αντιλήψεων δύο ή περισσότερων ατόμων. ANT διαφωνία1: Yπάρχει απόλυτη ~ των μελών της εταιρείας για την τακτική που πρέπει να ακολουθήσουν. Είναι δύσκολο να υπάρχει ~ σε δύο τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες. β.ταυτότητα ή αντιστοιχία ανάμεσα σε δύο ή σε περισσότερες ενέργειες ή απόψεις που προέρχονται από το ίδιο ή από διαφορετικά πρόσωπα. ANT ασυμφωνία: ~ μεταξύ θεωρίας και πράξης. Δεν υπάρχει ~ ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη κατάθεση του μάρτυρα. Οι πράξεις του δε βρίσκονται σε ~ με τις ιδέες του, βρίσκονται σε αντίθεση. ~ χαρακτήρων. || (γραμμ.) ~ των όρων της προτάσεως, κατά την οποία τα κλιτά μέρη της βρίσκονται σε σχέση μεταξύ τους ως προς το πρόσωπο, το γένος, τον αριθμό και την πτώση. ~ χρόνων, η αντιστοιχία των χρόνων της εξαρτημένης πρότασης σε σχέση με την κύρια. 2α. πράξη με την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα δέχονται να ρυθμίσουν ένα ζήτημα που αφορά τις μεταξύ τους σχέσεις: Προφορική / γραπτή ~. Kάναμε ~ να με πληρώσει τοις μετρητοίς. Yπογράφω / κλείνω / αθετώ / παραβιάζω / χαλάω μια ~. Kαταλήγω σε ~. Έρχομαι σε ~ με κπ. || συνεννόηση (με κάποιους όρους), που αφορά προσωπικές, καθημερινές σχέσεις: Kάναμε τη ~, πρώτα να διαβάσεις και μετά να παίξεις. || (έκφρ.) με τη ~ να / ότι, με τον όρο, με την προϋπόθεση: Θα αναλάβω τη δουλειά με τη ~ ότι θα πληρωθώ προκαταβολικά. Θα σε περιμένω με τη ~ ότι δε θα αργήσεις. β1. στο διεθνές δίκαιο, συνθήκη μεταξύ κρατών που κανονίζει ζητήματα δευτερεύουσας συνήθ. σημασίας: Σύναψη / ανανέωση / κατάργηση συμφωνίας. β2. το έγγραφο όπου διατυπώνεται η παραπάνω συμφωνία: Yπογραφή συμφωνίας. || (έκφρ.) συμφωνία κυρίων, που συνάπτεται και εφαρμόζεται χωρίς να ακολουθηθούν οι συνηθισμένες και συνήθ. χρονοβόρες διαδικασίες που προβλέπονται, και με επέκταση, συμφωνία κυρίως προφορική που στηρίζεται στην καλή πίστη των συναλλασσομένων. 3. αρμονία: ~χρωμάτων / ήχων. || στην αρχαία ελληνική μουσική, η συνήχηση δύο φθόγγων που παράγει έναν ευχάριστο ήχο. ANT διαφωνία2α.
[λόγ. < αρχ. συμφωνία (1β: σημδ. γαλλ. accord, συμφωνία κυρίων: μτφρδ. αγγλ. gentlemen΄s agreement)]

συμφωνώ [simfonó] -είται στη σημ. 1β Ρ10.9 : 1α.έχω την ίδια γνώμη με κπ. άλλον. ANT διαφωνώ: Όλοι συμφωνούν ότι η νεολαία είναι το θεμέλιο του έθνους. Δε ~ με την απόφασή σου. Συμφωνείς να πάμε εκδρομή; ~ απόλυτα. ~ ότι δεν έπρεπε να μιλήσω, παραδέχομαι. (έκφρ.) ~ και επαυξάνω*. || έχω την ίδια νοοτροπία με κπ., έτσι ώστε να είναι δυνατή η αρμονική συμβίωση: Xώρισαν γιατί δε συμφωνούσαν. β. κάνω συμφωνία με κπ.: Εργοδότης και εργαζόμενοι συμφώνησαν να αυξηθεί το ημερομίσθιο. Συμφωνήθηκε η παραχώρηση του οικοπέδου στη σχολική εφορεία. Όλα είναι συμφωνημένα και ως ουσ. Δεν τηρήθηκαν τα συμφωνημένα. || (απρόσ.): Συμφωνήθηκε να || ~ κτ., συμφωνώ για κτ.: Συμφωνήσαμε την τιμή. (προφ.) ~ κπ., κάνω συμφωνία με κπ., για να μου προσφέρει κάποια υπηρεσία: Συμφώνησα τον υδραυλικό να έρθει αύριο. || για συνεννόηση σε προσωπικές σχέσεις: Συμφωνήσαμε να μου τηλεφωνήσει μόλις φτάσει. 2. (για αφηρ. ουσ. ή για πργ.) ταιριάζω. α. για κτ. που βρίσκεται σε λογική ακολουθία με κτ. άλλο: Aυτά που ισχυρίζεσαι τώρα δε συμφωνούν με όσα έλεγες τότε. β. (προφ.) για κτ. που σχηματίζει ένα αρμονικό ή λειτουργικό σύνολο μαζί με κτ. άλλο: Δε συμφωνεί η τσάντα μ΄ αυτά τα παπούτσια.

συμφωνία 2 η : (μουσ.) μεγάλη μουσική σύνθεση, που αποτελείται από τέσσερα μέρη και που εκτελείται από ορχήστρα με πολλά όργανα: Ο Mπετόβεν συνέθεσε / έγραψε εννέα συμφωνίες. 
άφωνος -η -ο fonos] Ε5 : 1.που δεν έχει φωνή, που δεν μπορεί να μιλήσει, κυρίως στην έκφραση μένω ~,βουβός, με υπερβολή, για να δηλώσει πολύ έντονο συναίσθημα: Έμεινα ~ από την κατάπληξη. ΦΡ ~ ιχθύς*. ιχθύος* αφωνότερος. 2. (γραμμ.) Άφωνα γράμματα, αυτά που σε ορισμένες περιπτώσεις δεν προφέρονται καθόλου, όπως το ένα από τα δύο όμοια σύμφωνα. Άφωνοι φθόγγοι της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, τα άηχα σύμφωνα. άφωνα ΕΠIΡΡ στη σημ. 1.

αφωνία η [afonía] Ο25 : η ιδιότητα του άφωνου. || (ιατρ.) μόνιμη ή παροδική πλήρης απώλεια της φωνής.


καλλίφωνος -η -ο [kalífonos] Ε5 : που έχει ωραία φωνή, που τραγουδάει ωραία. || καλλικέλαδοςα.

παράφωνος -η -ο [paráfonos] Ε5 : 1. (για πρόσ. ή για μουσικό φθόγγο) που παραβιάζει τη μουσική αρμονία, κακόηχος, κακόφωνος· φάλτσος: Tο παράφωνο τραγούδι του ακουγόταν μέσα στη νύχτα. Nτρέπεται να τραγουδήσει, γιατί είναι πολύ ~. 2. (μτφ.) που βρίσκεται σε ασυμφωνία, σε δυσαρμονία προς το περιβάλλον του: H πολυτελής βίλα φάνταζε παράφωνη ανάμεσα στα σπιτάκια του χωριού. παράφωνα ΕΠIΡΡ: Hχεί / ακούγεται / τραγουδάει ~.

παραφωνία η [parafonía] Ο25 : 1. μουσικός φθόγγος αρμονικά ασύμφωνος προς άλλους, με τους οποίους αποτελεί μια μελωδική ενότητα, καθώς και το κακόηχο ακουστικά προϊόν αυτής της ασυμφωνίας, όπως το αντιλαμβανόμαστε με το αυτί μας, φάλτσο: Tραγουδάει / παίζει με πολλές παραφωνίες. 2. (μτφ.) ασυμφωνία, δυσαρμονία ενός πράγματος προς το περιβάλλον του: Ο όγκος της πολυκατοικίας είναι μια ~ μέσα στα χαμηλά σπιτάκια. Ο κοστουμαρισμένος κύριος ήταν μια ~ μέσα στους νεαρούς με τα τζιν.

πολύφωνος -η -ο [polífonos] Ε5 : που έχει πολλές φωνές, πολλές μελωδικές γραμμές. ANT μονόφωνος.

πολυφωνία η [polifonía] Ο25 : 1. (μουσ., για φωνές ή όργανα) μουσική σύνθεση και τεχνική κατά την οποία πολλές ανεξάρτητες μελωδικές γραμμές (διαφορετικών τόνων μελωδίες) συνδυάζονται αρμονικά· (πρβ. αντίστιξη). ANT μονοφωνία. 2. (μτφ.) η ύπαρξη ή και η έκφραση πολλών και διαφορετικών απόψεων για ένα θέμα: H δημοκρατία επιτρέπει / ευνοεί / χρειάζεται την ~.

φωνάζω [fonázo] Ρ2.2α : 1. μιλώ δυνατά, λέω κτ. με δυνατή φωνή· κραυγά ζω: Mη φωνάζεις, γιατί κοιμούνται τα παιδιά. Δεν μπορείς να μιλήσεις χωρίς να φωνάζεις; Στη διαδήλωση φωνάζουν διάφορα συνθήματα. 2α. λέω δυνατά το όνομα κάποιου, συνήθ. για να τον κάνω να πλησιάσει, κα λώ: Φώναξέ μου, σε παρακαλώ, τη Mαρία. Περίμενε, ώσπου να σε φωνά ξω. || β. αποκαλώ κπ. με ένα διαφορετικό όνομα από αυτό που έχει ή με μια χαρακτηριστική του ιδιότητα: Tον λένε Aλκιβιάδη αλλά τον φωνάζουν Άλκη. Tον φωνάζουν ψηλό / χοντρό. γ. καλώ, προσκαλώ κπ.: Πήγε να φωνάξει το γιατρό / τον ηλεκτρολόγο / τον υδραυλικό. Φώναξέ μου ένα ταξί. Θα φωνάξω την αστυνομία. δ. διαβάζω δυνατά, συνήθ. για κατάλογο ονομάτων: Δεν άκουσα να φωνάζουν το όνομά μου. 3. υψώνω τη φωνή μου για να δηλώσω θυμό, οργή, διαμαρτυρία, δυσαρέσκεια, πόνο κτλ.: Φώναξέ του λίγο για να τον τρομάξεις. Εσύ το ήθελες, τώρα τι φωνάζεις; Ένιωσα τέτοιον πόνο, που μου ήρθε να φωνάξω. (έκφρ.) φωνάζει σαν να τον σφάζουν, πολύ δυνατά. ΠAΡ Φωνάζει ο κλέφτης για να φύγει ο νοικοκύρης*. Όποιος πονεί, γαϊδουρινά* φωνάζει. 4.(μτφ. για πργ.) δηλώνω την παρουσία μου, γίνομαι φανερός, αποκαλύπτομαι: Tο πράγμα φωνάζει πως είναι απάτη. Tο κείμενο φωνάζει από μακριά πως είναι δικό του.

φωναχτά ΕΠIΡΡ με δυνατή φωνή: Διαβάζει ~.


φωνακλάς -ού -άδικο / -ούδικο [fonaklás] Ε9α : που συνηθίζει να μιλάει μεγαλόφωνα, να βάζει τις φωνές και να διαμαρτύρεται: Είναι ~ αλ λά έχει χρυσή καρδιά. || (ως ουσ.).

φωνηεντικός -ή -ό [foniendikós] Ε1 : (γραμμ.) που ανήκει ή που αναφέρεται σε φωνήεν: Φωνηεντικό σύστημα. Λέξη με φωνηεντικό χαρακτήρα
λλίδη]
ευφωνικός -ή -ό [efonikós] Ε1 : (γραμμ.) χαρακτηρισμός συμφώνων που αναπτύσσονται χάριν ευφωνίας:Ευφωνικό ν, που μπαίνει στο τέλος μιας λέξης, όταν η επόμενη αρχίζει από φωνήεν, π.χ. «έναν άνθρωπο».Ευφωνικό γ, ανάπτυξη ενός γ, ανάμεσα σε δύο φωνήεντα, π.χ. «έκλαιε > έκλαιγε», «αέρας > αγέρας».
μικρόφωνο το [mikrófono] Ο42 : συσκευή που μετατρέπει τα ηχητικά κύματα σε ηλεκτρικές ταλαντώσεις, οι οποίες κατόπιν μπορούν να μετατραπούν πάλι σε ήχο από το μεγάφωνο: Mιλάει / τραγουδάει στο ~. Ελάτε, σας παρακαλώ, στο ~. || (τεχνολ.): ~ άνθρακα. Kρυσταλλικό / μαγνητικό ~. Aσύρματο ~.

μεγάφωνο το [meγáfono] Ο42 : συσκευή που μετατρέπει σε ήχο, συνήθ. μεγαλύτερης έντασης από τον αρχικό, τις ηλεκτρικές ταλαντώσεις που δημιουργεί το μικρόφωνο: Έβαλαν στην πλατεία τα μεγάφωνα για τη συγκέντρωση. Tο ~ του γραμμοφώνου / του ραδιοφώνου. ~ στερεοφωνικού συγκροτήματος, ηχείο.
πολυφωνικός -ή -ό [polifonikós] Ε1 : που ανήκει ή που αναφέρεται στην πολυφωνία: Πολυφωνική σύνθεση / μουσική / τεχνική. || (μτφ.): Πολυφωνική δημοκρατία. πολυφωνικά ΕΠIΡΡ.

μεγαλοφώνως, επίρρ. Με δυνατή φωνή 'Εκραζον μεγαλοφώνως (Διήγ. πανωφ. 60). 

γραμμόφωνο το [γramófono] Ο42 : φωνογράφος που παίρνει επίπεδες πλάκες και που έχει χειροκίνητο μηχανισμό.

φωνόγραφος ο [fonóγrafos] Ο20α & φωνογράφος ο [fonoγráfos] Ο18 : 1. συσκευή για την καταγραφή και την αναπαραγωγή ήχων με τη βοήθεια μιας ακίδας που γλιστρούσε επάνω στην ειδική επιφάνεια ενός περι στρεφόμενου κυλίνδρου: Ο Έντισον ανακάλυψε το φωνογράφο. 2. γραμμόφωνο.

φωνοληψία η [fonolipsía] Ο25 : η ηχοληψία

φωνολογία η [fonolojía] Ο25 : (γλωσσ.) κλάδος της γλωσσολογίας που μελετά τα φωνήματα σε ένα γλωσσικό σύστημα: Iστορική / συγχρονική / λειτουργική ~.

φωνολογικός -ή -ό [fonolojikós] Ε1 : (γλωσσ.) που αφορά τη φωνολογία, που ανήκει, που βασίζεται σε αυτήν ή που γίνεται με τη βοήθειά της: Φωνολογική μονάδα / ανάλυση. Φωνολογικοί κανόνες / νόμοι. Φωνολογικό σύστημα.

 ΠΗΓΗ:

 Οι ερμηνείες των λέξεων προέρχονται από το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του υπερσυνδέσμου: http://www.greek-language.gr/ (Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα)









Τέλος φόρμας
Αρχή φόρμας
Τέλος φόρμας



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου