Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

ΑΡΧΑΙΑ Β' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ 4ΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ


ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

Ερμηνεία του επιθ. καλός, καλή, καλόν


καλός:  όμορφος/ σύζυγος, αγαπητό πρόσωπο/ ωφέλιμος/ αγαθός/ κατάλληλος/ικανός/ τίμιος, ηθικός
καλλίκομος:   αυτή που έχει ωραία μαλλιά

καλλίπαις:       αυτός που έχει όμορφα παιδιά

καλλίνικος:      αυτός που έχει ένδοξη νίκη

καλλιστέφανος: αυτός που φοράει ή προσφέρει ωραία στεφάνια

Καλλισθένης:   κύριο όνομα

καλλιπάρηος:   αυτός που έχει ωραία μάγουλα

τό κάλλος:          η ομορφιά

 καλλονή:         η όμορφη κοπέλα

τό καλλιστεον (-εία): βραβείο ομορφιάς/ διαγωνισμός ομορφιάς
καλοήθης:        (α.ε.) αγαθός, ενάρετος/ (ν.ε.) για νόσο που έχει καλή εξέλιξη, ιάσιμη

καλοκαγαθία: καλοσύνη, ευγένεια, άψογη συμπεριφορά

καλοκαιρία:   ο καλός καιρός

καλλιεπής:     αυτός που γράφει ή μιλάει ωραία

καλλιέπεια  η καλή γραφή ή ομιλία

καλλωπίζω ομορφαίνω/ καμαρώνω

καλλίφωνος: αυτός που έχει ωραία φωνή

καλλιφωνία: η ωραία προφορά/ η ωραία φωνή

καλλιγραφ: γράφω ωραία

Καλλιρρόη: κύριο όνομα ( καλς + ρέω) -η δροσερή ως καθαρό νερό

καλλιγραφία: το ωραίο γράψιμο

καλλιτεχνία: η ικανότητα στην τέχνη/ το σύνολο των τεχνών/ η άσκηση των καλών τεχνών

καλλιεργώ: ασχολούμαι με τη γη/ προάγω κάποια φυσική ιδιότητα/ προκαλώ τεχνητή ανάπτυξη μικροβίων

καλοσύνη:          αγαθότητα, πραότητα

καλοσυνάτος:   αυτός που είναι γεμάτος καλοσύνη

καλλυντικό:       παρασκεύασμα για την περιποίηση του σώματος

καλοδέχομαι: δέχομαι ευχάριστα

καλοθρεμμένος: αυτός που έχει τραφεί αρκετά (αντιθ. αδύνατος, υποσιτισμένος)

καλολογικός: αυτός που αναφέρεται στην αισθητική του λόγου

καλομαθαίνω  συνηθίζω κάποιον στην εύκολη ζωή

καλοπιάνω: κολακεύω, προσπαθώ να εξιλεώσω

καλοπροαίρετος: αυτός που έχει καλή πρόθεση

καλότυχος: αυτός που έχει καλή τύχη

καλοτάξιδος: αυτός που ταξιδεύει άνετα/ αυτός που ενδείκνυται για ταξίδι

καλορίζικος: αυτός που φέρνει καλή τύχη/ αυτός που έχει καλή τύχη

καλοπέραση: η καλή ζωή

καλλιμάρμαρος: αυτός που έχει ωραία μάρμαρα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου