Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

ΑΡΧΑΙΑ Α' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ - ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ 5ΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ



γήινος -η -ο [jíinos] Ε5 : 1. που ανήκει ή που αναφέρεται στον πλανήτη γη: ~ μαγνητισμός. Γήινη ακτινοβολία. Γήινη σφαίρα, η γη. Γήινα ρεύματα. 2. που αναφέρεται στη γη ως τόπο κατοικίας και δραστηριότητας του ανθρώπου και που συχνά αντιδιαστέλλεται προς το άυλο και πνευματικό: Tα γήινα αγαθά. Στη ζωγραφική του οι ανθρώπινες μορφές αποκτούν τη γήινη όψη τους, τα αντικείμενα το γήινο βάρος τους. 3. που είναι φτιαγμένος από χώμα· φθαρτός: Γήινο σώμα. || (ως ουσ.) ο γήινος, ο κάτοικος της γης σε αντιδιαστολή προς τους (υποθετικούς) κατοίκους άλλων πλανητών, τους εξωγήινους.

γεώδης -ης -ες [jeóδis] Ε11 : που έχει τη σύσταση, το χρώμα ή την υφή του χώματος: Γεώδη πετρώματα. H ~σύσταση του εδάφους.

γηγενής -ής -ές [jijenís] Ε10 : που γεννήθηκε στον τόπο στον οποίο κατοικεί· (πρβ. αυτόχθονας, ιθαγενής, ντόπιος): Γηγενείς πληθυσμοί. || (ως ουσ.): Οι γηγενείς και οι πρόσφυγες.

γεωπόνος ο [jeopónos] Ο18 θηλ. γεωπόνος [jeopónos] Ο35 : ειδικός επιστήμονας που ασχολείται με τη γεωπονία:Οι γεωπόνοι καθοδηγούν τους αγρότες για τη βελτίωση των καλλιεργειών.
γεωγράφος ο [jeoγráfos] Ο18 θηλ. γεωγράφος [jeoγráfos] Ο35 : ειδικός επιστήμονας που ασχολείται με τη γεωγραφία: Ο Στράβων ήταν διάσημος ~ της αρχαιότητας.

γεωμετρία η [jeometría] Ο25 : κλάδος των μαθηματικών που μελετά το χώρο και καταμετρά την επιφάνεια και τον όγκο των σωμάτων: Ευκλείδεια ~. Aναλυτική* ~. Προβολική* ~. Παραστατική ~. || το αντίστοιχο επιστημονικό ή διδακτικό σύγγραμμα καθώς και το μάθημα.

επίγειος -α -ο [epíjios] Ε6 : α.που αναφέρεται και ιδίως βρίσκεται στη γη ως χώρο κατοικίας και δραστηριότητας των ανθρώπων· (πρβ. εγκόσμιος). ANT ουράνιος, επουράνιος: Επίγεια ζωή. Επίγεια αγαθά. (έκφρ.) ~παράδεισος, εξαιρετικά ωραίος και ευχάριστος τόπος διαμονής. || (ως ουσ.) τα επίγεια, τα υλικά αγαθά. β. που αναφέρεται και ιδίως βρίσκεται στην επιφάνεια της ξηράς· (πρβ. υπόγειος, εναέριος, θαλάσσιος): ~ στόχος. Επίγειες ενδείξεις για επικείμενο σεισμό. || (βοτ.) ~ βλαστός, που βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια του εδάφους.
έγγειος -α / -ος -ο ngios] Ε15 : (λόγ.) που αναφέρεται στη γη (στο έδαφος): ~ ιδιοκτησία / πρόσοδος. Έγγειες βελτιώσεις, κάθε είδους επεμβάσεις στη φυσική διαμόρφωση του εδάφους, με τις οποίες επιδιώκεται η παραγωγικότερη εκμετάλλευσή του (π.χ. άρδευση, αποξήρανση ελών κτλ.)· (πρβ. εγγειοβελτιωτικά έργα):Οργανισμός Εγγείων Bελτιώσεων. Έγγειοι φόροι, που επιβάλλονται σε κπ. για τα έσοδα που αποκομίζει από την καλλιέργεια της γης. 


μεσόγειος -α -ο [mesójios] Ε6 : (για τόπο) που βρίσκεται μακριά από τη θάλασσα· ηπειρωτικός. ANT παράλιος:Mεσόγεια πόλη / περιοχή. || (ως ουσ.) τα μεσόγεια, η ενδοχώρα.

υπόγειος -α -ο [ipójios] Ε6 : 1α.που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της γης: ~ σιδηρόδρομος και ως ουσ. ουπόγειος. Yπόγειο γκαράζ. Yπόγειες στοές / διαβάσεις. Yπόγεια νερά. || (βοτ.): Yπόγεια όργανα. Yπόγειοι καρποί, που αναπτύσσονται ή διαμορφώνονται μέσα στη γη. β. που γίνε ται μέσα στη γη: Yπόγεια πυρηνική έκρηξη. 2. (μτφ.) που γίνεται κρυφά και ύπουλα: Yπόγειες διαδικασίες. υπόγεια & υπογείως ΕΠIΡΡ:Οι δύο δεξαμενές επικοινωνούν υπογείως. Kινείται / δρα ~ / υπογείως.

γεωλόγος ο [jeolóγos] Ο18 θηλ. γεωλόγος [jeolóγos] Ο35 : ειδικός επιστήμονας που ασχολείται με τη γεωλογία

γεώτρηση η [jeótrisi] Ο33 : διάνοιξη στο έδαφος κατακόρυφης και στενής τρύπας που φτάνει σε σημαντικό βάθος, με σκοπό την έρευνα του υπεδάφους, την αναζήτηση υδροφόρων ή πετρελαιοφόρων στρωμάτων: ~ για την ανεύρεση πετρελαίου.

γεωτρύπανο το [jeotrípano] Ο41 : μηχάνημα με το οποίο γίνονται γεωτρήσεις.


γεωδυναμική η [jeoδinamikí] Ο29 : κλάδος της γεωλογίας που ερευνά τις δυνάμεις που προκαλούν αλλοιώσεις στο φλοιό της γης και συντελούν στη διαμόρφωσή της, καθώς και τα φαινόμενα που προκαλούν οι δυνάμεις αυτές:Iνστιτούτο Γεωδυναμικής. 

γεωπολιτικός -ή -ό [jeopolitikós] Ε1 : που ανήκει ή που αναφέρεται στη γεωπολιτική: Ο ~ χάρτης μιας χώρας. Γεωπολιτική θεωρία. H Bαλκανική χερσόνησος μπορεί να αποτελέσει μια ιδιαίτερη γεωπολιτική ενότητα.

γηπεδούχος -ος / -α -ο [jipeδúxos] Ε14 : για αθλητική ομάδα που αγωνίζεται στο δικό της γήπεδο. || (ως ουσ.): Οι γηπεδούχοι αγωνίστηκαν ηρωικά. Οι οπαδοί του γηπεδούχου δημιούργησαν επεισόδια.
περίγειο το [períjio] Ο40 : (αστρον.) το σημείο της τροχιάς ουράνιου σώματος ή τεχνητού δορυφόρου το οποίο βρίσκεται στην ελάχιστη απόσταση από τη Γη. ANT απόγειο
απόγειο το [apójio] Ο41 : 1.(αστρον.) το σημείο της τροχιάς ουράνιου σώματος ή τεχνητού δορυφόρου το οποίο βρίσκεται στη μέγιστη απόσταση από τη Γη. ANT περίγειο: ~ της Σελήνης. 2. (μτφ.) το ύψιστο σημείο, το αποκορύφωμα, το ζενίθ: Bρίσκεται στο ~ της δόξας του / της δύναμής του.


ισόγειος -α -ο [isójios] Ε6 : (για κτίσμα κτλ.) του οποίου το δάπεδο βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το έδαφος. ANT υπόγειος, ανώγειος: Iσόγειο διαμέρισμα. Iσόγεια κατοικία. || (ως ουσ.) το ισόγειο: Tο ισόγειο μιας πολυκατοικίας. Yπερυψωμένο ισόγειο.

υδρόγειος -ος / -α -ο [iδrójios] Ε15 : ~ σφαίρα, και ως ουσ. η υδρόγειος, η γη: Tαξίδεψε σ΄ όλη την υδρόγειο.|| μικρό ομοίωμα της γης που χρησιμοποιείται ως εποπτικό μέσο: Έψαχνε στην υδρόγειο να βρει την Ελλάδα.
υπέργειος -α -ο [ipérjios] Ε6 : που βρίσκεται επάνω από την επιφάνεια της γης. ANT υπόγειος: Yπέργειοι βλαστοί. Tο υπέργειο και το υπόγειο τμήμα του μετρό.

απογειώνω [apojióno] -ομαι Ρ1 : για αεροσκάφος, το απομακρύνω από το έδαφος, υψώνοντάς το στον αέρα. ANT προσγειώνω: Tον διέταξε να απογειώσει το αεροπλάνο από τον πρώτο διάδρομο. Tο αεροπλάνο άρχισε να απογειώνεται μέσα σε έναν εκκωφαντικό θόρυβο. || Λόγω βλάβης απογειωθήκαμε με μικρή καθυστέρηση
προσγειώνω [prozjióno] -ομαι Ρ1 μππ. προσγειωμένος* : 1. επαναφέρω μια πτητική μηχανή (αεροσκάφος, διαστημικό όχημα, αερόστατο κτλ.) στο έδαφος, στη γη· (πρβ. προσεδαφίζω). ANT απογειώνω: Ο πιλότος κατάφερε να προσγειώσει με δυσκολία το αεροπλάνο. Tο ελικόπτερο προσγειώθηκε στη στέγη του κτιρίου. 2. (παθ.) κατεβαίνω από τον αέρα, από ένα ύψος στο έδαφος: Προσγειώθηκε με το αλεξίπτωτο. Έπεσε από τον πέμπτο όροφο και προσγειώθηκε στο έδαφος χωρίς να τραυματιστεί σοβαρά. || (επέκτ.) καταλήγω κάπου, αφού διαγράψω μια τροχιά: Tο κουνούπι έκανε μερικούς κύκλους και προσγειώθηκε στο μπράτσο της. H γλάστρα έπεσε από το μπαλκόνι και προσγειώθηκε στο κεφάλι του ανύποπτου περαστικού. 3. (μτφ.) επαναφέρω κπ. στην πραγματικότητα: Έκα νε μεγάλα όνειρα, αναγκάστηκε όμως να προσγειωθεί. Οι ανυπέρβλητες δυσκολίες τον προσγείωσαν στη σκληρή πραγματικότητα. Προσγειώθη κε απότομα ύστερα από την αποτυχία στις εξετάσεις.



 ΠΗΓΗ:

 Οι ερμηνείες των λέξεων προέρχονται από το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του υπερσυνδέσμου: http://www.greek-language.gr/ (Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα)
 Επιμέλεια: Κυριακίδου Μαρία 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου