Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

ΑΡΧΑΙΑ Β ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ- 9Η ΕΝΟΤΗΤΑ - ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για αρχαία β γυμν 9η ενότητα λεξιλογικά

Αρχαία Ελληνική
Απλές λέξεις

τό φέρετρον: το φέρετρο (ξύλινο κιβώτιο για νεκρούς)

φόριμος:     γόνιμος

ἡ φερνή:      προίκα

Σύνθετες λέξεις

ό φερέοικος:     (ουσ.) το σαλιγκάρι/ (επίθ.) αυτός που μεταφέρει το σπίτι του, ο νομάς

κανηφόρος:       αυτός που κουβαλάει καλάθι

φοροτελής:        αυτός που υπόκειται σε φορολογία

ό δίφρος:            πολεμικό άρμα/ κάθισμα χωρίς πλάτη

ξωοφόρος/ ζωφόρος: αυτός που έχει επάνω του ζωγραφισμένα ζώα/ (η ζωοφόρος) τμήμα του θριγκού αρχαίου ναού

Αρχαία/ Νέα Ελληνική


Απλές λέξεις

φερτός:    (α.ε.) υποφερτός/ (ν.ε.) ο μεταφερόμενος από ένα μέρος σε άλλο

φορῶ:    είμαι ντυμένος με κάτι

ἡ φορά:   (α.ε.) μεταφορά/ (ν.ε.) κατεύθυνση, πορεία

τό φέρετρον (-ο): ξύλινο κιβώτιο για τους νεκρούς

ὁ φορεύς (-έας): αυτός που μεταφέρει/ κατασκεύασμα για τη μεταφορά/ άτομο ή οργανισμός που παρέχει κάποια υπηρεσία
τό φορεῖον (-ο): φορητό κρεβάτι για τη μεταφορά αρρώστων

ό φόρος: υποχρεωτική χρηματική εισφορά στο κράτος/ χρηματικό ποσό που επιβάλλεται σε αγαθά

τό φόρημα (φόρεμα): (α.ε.) αυτό που κουβαλά κάποιος/ (α.ε./ ν.ε.) ρούχο

ό φόρτος: το φορτίο/ (μτφ.) αυτό που επιβαρύνει

τό φορτίον (-ο): ό,τι μεταφέρεται

φορτικός: (α.ε.) κατάλληλος για μεταφορά/ (ν.ε.) επίμονος, ενοχλητικός

Σύνθετες λέξεις
φερέγγυος: αξιόπιστος

φορολογῶ: επιβάλλω φόρο

ἐπιφέρω: προκαλώ, έχω ως αποτέλεσμα

περιφέρω: φέρω γύρω-γύρω

ἀναφέρω: σηκώνω/ επαναφέρω/ συνέρχομαι/ ονομάζω

ἀνωφερής: ανηφορικός

καταφερής/ κατωφερής: κατηφορικός

πολύφερνος: αυτός που έχει μεγάλη προίκα

ὁ ἀμφορεύς (-έας): αγγείο με δύο λαβές

ἡ διαφορά: διαφωνία/ έλλειψη ομοιότητας/ χαρακτηριστικό

ἡ εκφορά: κηδεία/ (γραμμ.) τρόπος που συντάσσονται οι λέξεις

ὁ αγγελιαφόρος: αυτός που μεταφέρει μηνύματα

ἡ λεωφόρος: μεγάλος δρόμος πόλης

δορυφόρος: ακόλουθος

καρποφόρος: αυτός που παράγει καρπούς

θεοφόρος: αυτός που φέρει το Θεό

ψηφοφόρος: αυτός που ψηφίζει

παράφορος: ασυγκράτητος

μισθοφορικός: αυτός που αναφέρεται στους μισθοφόρους (= 

στρατιώτες που υπηρετούν έναντι μισθού)

διηνεκής: αδιάκοπος

Νέα Ελληνική
Σύνθετες λέξεις

φερέφωνο:     αυτός που εκφράζει τις απόψεις άλλου χωρίς να τις κρίνει

φέρελπις:       ελπιδοφόρος

φοροδιαφυγή: αποφυγή καταβολής νόμιμου φόρου

φοροτεχνικός: ειδικός στη σύνταξη φορολογικών δηλώσεων

φοροφυγάς: αυτός που διαπράττει φοροδιαφυγή

διαφορετικός: αυτός που δεν είναι όμοιος με τους άλλους
ασθενοφόρο: όχημα που μεταφέρει ασθενείς

βαθμοφόρος: αυτός που έχει βαθμό, αξίωμα

ελπιδοφόρος: αυτός που εμπνέει ελπίδες

λαχειοφόρος: αυτός που δίνει το δικαίωμα συμμετοχής σε κληρώσεις λαχείου

ανυπόφορος: αυτός που δεν υποφέρεται, δεν αντέχεται

οπλοφορία: κατοχή και μεταφορά όπλου


ΠΗΓΗ: arxaiabgymnasiou.blogspot.com
Φόρτωση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου